glassy
gla
ˈglɑ:
glaa
ssy
si
si
gassyglossygrassy

Ορισμός και σημασία του "glassy"στα αγγλικά

01

υαλώδης, σαν καθρέφτης

having a smooth and reflective surface, resembling glass in appearance and texture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
glassiest
συγκριτικός βαθμός
glassier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lake's surface was calm and glassy, reflecting the surrounding trees like a mirror. 

Η επιφάνεια της λίμνης ήταν ήρεμη και υαλώδης, αντανακλώντας τα γύρω δέντρα σαν καθρέφτη.

02

υαλώδης, άκρως

having emotionless eyes or expressions 
Παραδείγματα
She stared with glassy eyes, lost in thought. 

Κοίταζε με υαλώδη μάτια, χαμένη στις σκέψεις της.

03

υαλώδης, από γυαλί

made from or featuring glass 
Παραδείγματα
The artist created stunning glassy sculptures. 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε εντυπωσιακά γλυπτά από γυαλί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store