Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glassy
01
υαλώδης, σαν καθρέφτης
having a smooth and reflective surface, resembling glass in appearance and texture
Παραδείγματα
The glassy texture of the gemstone made it sparkle.
Η υαλώδης υφή του πολύτιμου λίθου τον έκανε να λάμπει.
Παραδείγματα
The old man ’s eyes were glassy, hinting at his fading memory.
Τα μάτια του γέρου ήταν υαλώδη, υποδηλώνοντας τη φθίνουσα μνήμη του.
03
υαλώδης, από γυαλί
made from or featuring glass
Παραδείγματα
The glassy ornaments on the tree shimmered in the evening light.
Τα γυάλινα στολίδια στο δέντρο λάμπιζαν στο ηλιακό φως του απόγευμα.
Λεξικό Δέντρο
glassy
glass



























