Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
giddily
01
με ακραία χαρά, ευφορικά
with unrestrained joy, excitement, or high spirits
Παραδείγματα
The crowd cheered giddily as the fireworks exploded overhead.
Το πλήθος ζητωκραύγασε με αμέριμνη χαρά καθώς τα πυροτεχνήματα εκρήγνυνταν πάνω από το κεφάλι τους.
02
ζαλισμένα, με απώλεια ισορροπίας
in a way that causes dizziness or a loss of balance
Παραδείγματα
She swayed giddily after spinning in circles.
Κουνιόταν ζαλισμένα μετά από το γύρισμα σε κύκλους.
Παραδείγματα
He approached the challenge giddily, underestimating the risks.
Πλησίασε την πρόκληση απερίσκεπτα, υποτιμώντας τους κινδύνους.



























