giblets
gib
ˈʤɪb
jib
lets
lɪts
lits

Ορισμός και σημασία του "giblets"στα αγγλικά

01

εντόσθια, κοιλιά

the edible internal organs of poultry, typically including the liver, heart, gizzard, and neck 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
giblets
Παραδείγματα
He and she discovered a family recipe that called for giblets in the meatball mixture. 

Αυτός και αυτή ανακάλυψαν μια οικογενειακή συνταγή που απαιτούσε εντόσθια στο μείγμα κεφτεδάκων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store