Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gerrymander
01
χειραγώγηση των ορίων εκλογικών περιφερειών, τζέριμαντερ
an act of manipulating the boundaries of electoral districts to favor a particular political party
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gerrymanders
Παραδείγματα
The court ruled the gerrymander unconstitutional due to its blatant partisan bias.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι το gerrymander είναι αντισυνταγματικό λόγω της εμφανούς μεροληψίας του.
to gerrymander
01
χειραγωγούν τις εκλογικές περιφέρειες, χωρίζουν τις εκλογικές περιφέρειες με τρόπο ευνοϊκό
to divide voting districts in a way that would advantage a particular group or party more
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gerrymander
γ΄ ενικό πρόσωπο
gerrymanders
ενεστώτα μετοχή
gerrymandering
απλός αόριστος
gerrymandered
παθητική μετοχή
gerrymandered
Παραδείγματα
Politicians often gerrymander districts to ensure their party's dominance in elections.
Οι πολιτικοί συχνά χειραγωγούν τις εκλογικές περιφέρειες για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία του κόμματός τους στις εκλογές.



























