Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angry
01
θυμωμένος,οργισμένος, feeling very bad because of something
feeling very annoyed because of something that we do not like
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
angriest
συγκριτικός βαθμός
angrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I get angry when people lie to me.
Θυμώνω όταν οι άνθρωποι μου λένε ψέματα.
02
θυμωμένος, οργισμένος
(of the sea or sky) stormy and threatening in appearance or condition
Παραδείγματα
The angry sea crashed against the cliffs, sending sprays of water into the air.
Η θυμωμένη θάλασσα χτυπούσε στους βράχους, πετώντας ψιχάλες νερού στον αέρα.
03
φλεγμονώδης, ερεθισμένος
(of a wound, sore, or rash) red, swollen, and inflamed, often indicating infection
Παραδείγματα
The bruise on his arm looked angry, swollen with dark red patches.
Ο μώλωπας στο χέρι του φαινόταν ερεθισμένος, πρησμένος με σκούρα κόκκινες κηλίδες.
to angry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anger
γ΄ ενικό πρόσωπο
angers
ενεστώτα μετοχή
angering
απλός αόριστος
angered
παθητική μετοχή
angered
Παραδείγματα
His rude comments angered her, and she immediately walked away.
Τα αγενή σχόλιά του την θύμωσαν, και έφυγε αμέσως.
Λεξικό Δέντρο
angrily
angriness
unangry
angry
angr



























