angry
Pronunciation
/ˈæŋɡri/

Ορισμός και σημασία του "angry"στα αγγλικά

01

θυμωμένος,οργισμένος, feeling very bad because of something

feeling very annoyed because of something that we do not like
angry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
angriest
συγκριτικός βαθμός
angrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His angry tone made everyone uncomfortable.
Ο θυμωμένος τόνος του έκανε όλους να νιώθουν άβολα.
02

θυμωμένος, οργισμένος

(of the sea or sky) stormy and threatening in appearance or condition
Παραδείγματα
The angry sky rumbled with thunder, as if warning everyone to take cover.
Ο θυμωμένος ουρανός βρόντησε με βροντή, σαν να προειδοποιούσε όλους να καλυφθούν.
03

φλεγμονώδης, ερεθισμένος

(of a wound, sore, or rash) red, swollen, and inflamed, often indicating infection
Παραδείγματα
His insect bite looked angry, with a raised, red welt that was sensitive to the touch.
Το τσίμπημα εντόμου του φαινόταν ερεθισμένο, με ένα υπερυψωμένο, κόκκινο εξάνθημα που ήταν ευαίσθητο στην αφή.
to angry
01

θυμώνω, εξοργίζω

to make someone feel intense displeasure or rage
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anger
γ΄ ενικό πρόσωπο
angers
ενεστώτα μετοχή
angering
απλός αόριστος
angered
παθητική μετοχή
angered
Παραδείγματα
She was angried by the disrespectful tone in his voice during the meeting.
Εκνευρίστηκε από τον ασεβή τόνο της φωνής του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Λεξικό Δέντρο

angrily
angriness
unangry
angry
angr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store