anguish
ang
ˈæng
αινγκ
uish
wɪʃ
ουισ
/ˈæŋɡwɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "anguish"στα αγγλικά

01

αγωνία, οδύνη

a state of extreme physical pain or mental distress
anguish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Facing a personal crisis, she sought therapy to help navigate the overwhelming anguish and emotional pain.
Αντιμετωπίζοντας μια προσωπική κρίση, αναζήτησε θεραπεία για να βοηθηθεί να διαχειριστεί την συντριπτική αγωνία και τον συναισθηματικό πόνο.
to anguish
01

βασανίζομαι, υποφέρω

to experience intense physical or emotional pain or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
anguish
γ΄ ενικό πρόσωπο
anguishes
ενεστώτα μετοχή
anguishing
απλός αόριστος
anguished
παθητική μετοχή
anguished
02

υποφέρω, βασανίζομαι

suffer great pains or distress
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store