Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anguish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Facing a personal crisis, she sought therapy to help navigate the overwhelming anguish and emotional pain.
Αντιμετωπίζοντας μια προσωπική κρίση, αναζήτησε θεραπεία για να βοηθηθεί να διαχειριστεί την συντριπτική αγωνία και τον συναισθηματικό πόνο.
to anguish
01
βασανίζομαι, υποφέρω
to experience intense physical or emotional pain or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
anguish
γ΄ ενικό πρόσωπο
anguishes
ενεστώτα μετοχή
anguishing
απλός αόριστος
anguished
παθητική μετοχή
anguished
02
υποφέρω, βασανίζομαι
suffer great pains or distress



























