Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angular
01
γωνιώδης, αγκωνιστός
having sharp corners or edges
Παραδείγματα
The angular table had a modern design, with clean lines and sharp edges.
Το γωνιώδες τραπέζι είχε μοντέρνο σχέδιο, με καθαρές γραμμές και κοφτερές άκρες.
02
γωνιώδης
(of a person or their body) having a noticeable bone structure and sharp features
Παραδείγματα
His angular build made him seem taller than he actually was.
Η γωνιώδης σωματοδομή του τον έκανε να φαίνεται ψηλότερος από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
03
γωνιακός, μετρημένος με γωνία
measured by an angle or by the rate of change of an angle



























