Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angular
01
γωνιώδης, αγκωνιστός
having sharp corners or edges
Παραδείγματα
The angular skyscraper dominated the city skyline, its sleek lines and geometric shapes drawing the eye.
Ο γωνιώδης ουρανοξύστης κυριαρχούσε στο ορίζοντα της πόλης, οι λείες γραμμές και τα γεωμετρικά σχήματά του τραβώντας το βλέμμα.
02
γωνιώδης
(of a person or their body) having a noticeable bone structure and sharp features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most angular
συγκριτικός βαθμός
more angular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His angular face gave him a striking appearance, with high cheekbones and a sharp jawline.
Το γωνιώδες πρόσωπό του του έδινε μια εντυπωσιακή εμφάνιση, με ψηλά ζυγωματικά και μια κοφτερή γραμμή σαγόνου.
03
γωνιακός, μετρημένος με γωνία
measured by an angle or by the rate of change of an angle



























