angular
an
ˈæn
ān
gu
gjʊ
gyoo
lar
annular

Ορισμός και σημασία του "angular"στα αγγλικά

01

γωνιώδης, αγκωνιστός

having sharp corners or edges 
angular definition and meaning
Παραδείγματα
The angular skyscraper dominated the city skyline, its sleek lines and geometric shapes drawing the eye. 

Ο γωνιώδης ουρανοξύστης κυριαρχούσε στο ορίζοντα της πόλης, οι λείες γραμμές και τα γεωμετρικά σχήματά του τραβώντας το βλέμμα.

02

γωνιώδης

(of a person or their body) having a noticeable bone structure and sharp features 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most angular
συγκριτικός βαθμός
more angular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His angular face gave him a striking appearance, with high cheekbones and a sharp jawline. 

Το γωνιώδες πρόσωπό του του έδινε μια εντυπωσιακή εμφάνιση, με ψηλά ζυγωματικά και μια κοφτερή γραμμή σαγόνου.

03

γωνιακός, μετρημένος με γωνία

measured by an angle or by the rate of change of an angle 

Λεξικό Δέντρο

angularity
triangular
angular
angle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store