anguished
Pronunciation
/ˈæŋɡwɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "anguished"στα αγγλικά

01

βασανισμένος, ταλαιπωρημένος

experiencing or expressing severe physical or emotional pain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anguished
συγκριτικός βαθμός
more anguished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The anguished faces of the refugees, etched with the hardships endured on their perilous journey, spoke volumes to the aid workers.
Τα βασανισμένα πρόσωπα των προσφύγων, σκαλισμένα με τις δυσκολίες που υπέμειναν στο επικίνδυνο ταξίδι τους, μίλησαν πολλά στους εργαζόμενους της βοήθειας.

Λεξικό Δέντρο

anguished
anguish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store