Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turbulent
01
τραυματικός, ταραχώδης
(of water or air) moving in an unsteady or violent manner, often with chaotic or unpredictable motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most turbulent
συγκριτικός βαθμός
more turbulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The turbulent river surged with fast-moving currents and swirling eddies.
Ο ταραγμένος ποταμός ξέσπασε με γρήγορες ροές και στροβιλιζόμενες δίνες.
02
ταραχώδης, ανήσυχος
having a chaotic or unstable quality, often marked by disorder or conflict
Παραδείγματα
The turbulent political climate led to widespread protests.
Το ταραχώδες πολιτικό κλίμα οδήγησε σε ευρεία διαμαρτυρίες.
Λεξικό Δέντρο
nonturbulent
turbulently
turbulent
turbul



























