turbulent
Pronunciation
/ˈtɝbjəɫənt/

Ορισμός και σημασία του "turbulent"στα αγγλικά

01

τραυματικός, ταραχώδης

(of water or air) moving in an unsteady or violent manner, often with chaotic or unpredictable motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most turbulent
συγκριτικός βαθμός
more turbulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt uneasy swimming in the turbulent waters of the ocean during the storm.
Αισθάνθηκε άβολα κολυμπώντας στα τυρβώδη νερά του ωκεανού κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
02

ταραχώδης, ανήσυχος

having a chaotic or unstable quality, often marked by disorder or conflict
Παραδείγματα
Her turbulent relationship with her parents affected her self-esteem and choices in life.
Η ταραγμένη σχέση της με τους γονείς της επηρέασε την αυτοεκτίμηση και τις επιλογές της στη ζωή.

Λεξικό Δέντρο

nonturbulent
turbulently
turbulent
turbul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store