Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turbulent
01
τραυματικός, ταραχώδης
(of water or air) moving in an unsteady or violent manner, often with chaotic or unpredictable motion
Παραδείγματα
She felt uneasy swimming in the turbulent waters of the ocean during the storm.
Αισθάνθηκε άβολα κολυμπώντας στα τυρβώδη νερά του ωκεανού κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
02
ταραχώδης, ανήσυχος
having a chaotic or unstable quality, often marked by disorder or conflict
Παραδείγματα
Her turbulent relationship with her parents affected her self-esteem and choices in life.
Η ταραγμένη σχέση της με τους γονείς της επηρέασε την αυτοεκτίμηση και τις επιλογές της στη ζωή.
Λεξικό Δέντρο
nonturbulent
turbulently
turbulent
turbul



























