Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Turbulence
01
τυρβή
unstable flow of a liquid or gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turbulences
02
ταραχή, αναστάτωση
a state of instability, disorder, or conflict
03
ταραχή, διαταραχή
instability and sudden changes in the movement of water or air
Παραδείγματα
The pilot warned the passengers to fasten their seatbelts as the plane entered an area of turbulence.
Ο πιλότος προειδοποίησε τους επιβάτες να δέσουν τις ζώνες ασφαλείας καθώς το αεροπλάνο εισήλθε σε μια περιοχή ταραχών.
Λεξικό Δέντρο
turbulency
turbulence
turbul



























