turbinate
tur
ˈtɜ:
bi
bi
nate
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "turbinate"στα αγγλικά

01

ρινική κόγχη, τουρμπινάτο

a bony structure inside the nasal cavity that helps filter, humidify, and regulate airflow 
turbinate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turbinates
01

σε σχήμα σπείρας, κουβαριασμένος

in the shape of a coil 
turbinate definition and meaning
02

τουρβινικός, σχετικός με τα σπειροειδή οστά των ρινικών διόδων

of or relating to the scroll-shaped turbinate bones in the nasal passages 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
03

ωοθηκικός, σχετικός με τα αυγά

eggs of female fish 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store