turbulence
tur
ˈtɜ:
τερ
bu
bjʊ
μπγου
lence
ləns
λανσ

Ορισμός και σημασία του "turbulence"στα αγγλικά

01

τυρβή

unstable flow of a liquid or gas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
turbulences
02

ταραχή, αναστάτωση

a state of instability, disorder, or conflict 
03

ταραχή, διαταραχή

instability and sudden changes in the movement of water or air 
Παραδείγματα
The pilot warned the passengers to fasten their seatbelts as the plane entered an area of turbulence. 

Ο πιλότος προειδοποίησε τους επιβάτες να δέσουν τις ζώνες ασφαλείας καθώς το αεροπλάνο εισήλθε σε μια περιοχή ταραχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

turbulency
turbulence
turbul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store