Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fusty
01
ξεπερασμένος, μπούχτισμα
outdated and lacking in freshness or modernity
Παραδείγματα
His fusty ideas about education seemed out of touch with modern teaching methods.
Οι ξεπερασμένες ιδέες του για την εκπαίδευση φαίνονταν ασύμβατες με τις σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας.



























