fusty
fus
ˈfʌs
fas
ty
ti
ti
fussy

Ορισμός και σημασία του "fusty"στα αγγλικά

01

ξεπερασμένος, μπούχτισμα

outdated and lacking in freshness or modernity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fustiest
συγκριτικός βαθμός
fustier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fusty old furniture in the attic made the space feel as though it hadn't been touched in years. 

Τα μπαγιάτικα παλιά έπιπλα στη σοφίτα έκαναν το χώρο να φαίνεται σαν να μην τον είχαν αγγίξει εδώ και χρόνια.

02

μποχαλός, σάπιος

having a stale and old smell, often suggesting a lack of freshness or cleanliness 
Παραδείγματα
The old attic had a fusty odor that made it unpleasant to spend time there. 

Το παλιό σοφίτα είχε μια μποχαλά μυρωδιά που έκανε δυσάρεστο το να περάσεις χρόνο εκεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store