funky
fun
ˈfʌn
fan
ky
ki
ki
flunkyfunny

Ορισμός και σημασία του "funky"στα αγγλικά

01

νευρικός, ανήσυχος

experiencing a sense of nervousness or mild anxiety 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
funkiest
συγκριτικός βαθμός
funkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She started feeling funky right before her interview. 

Άρχισε να νιώθει αγχωμένη λίγο πριν από τη συνέντευξή της.

02

funky, ρυθμικό

(of music) having a rhythmic, energetic quality with a strong, distinctive beat that encourages movement 
Παραδείγματα
The funky bassline got everyone on the dance floor moving. 

Η funky γραμμή μπάσου έκανε όλους στο πάτωμα του χορού να κινηθούν.

03

βρομερός, μποχαδερός

having a strong, unpleasant odor, often associated with something musty 
Παραδείγματα
The gym bag was funky after a week of not being washed. 

Η τσάντα γυμναστικής ήταν βρομερή μετά από μια εβδομάδα χωρίς πλύσιμο.

04

μόντερνο, ασυνήθιστο

fashionable in a way that is modern, unconventional, and exciting 
αργκό
Παραδείγματα
She wore a funky jacket with bright, contrasting colors. 

Φορούσε ένα funky μπουφάν με έντονα, αντίθετα χρώματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store