LanGeek
Dictionary
Μάθηση
Εφαρμογή για Κινητά
Επικοινωνήστε μαζί μας
Αναζήτηση
Funicular
/fjuːnˈɪkjʊlɐ/
/fjuːnˈɪkjʊlɚ/
Noun (1)
Adjective (1)
Ορισμός και Σημασία του "funicular"
Funicular
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
01
τελεφερίκ
a type of railway powered by cables that goes up and down a slope
cable railway
funicular railway
funicular
ΕΠΊΘΕΤΟ
01
τελεφερίκ
relating to or operated by a cable
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
download application
Copyright © 2024 Langeek Inc. | All Rights Reserved |
Privacy Policy
Copyright © 2024 Langeek Inc.
All Rights Reserved
Privacy Policy
download langeek app
download
Download Mobile App