Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fundament
επίσημο
Παραδείγματα
He landed on his fundament after slipping on the icy steps.
Προσγειώθηκε στο πισινό του αφού γλίστρησε στα παγωμένα σκαλιά.
02
θεμέλιο, βάση
lowest support of a structure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fundaments
03
θεμέλιο, βάση
the fundamental assumptions from which something is begun or developed or calculated or explained
Λεξικό Δέντρο
fundamental
fundamentalistic
fundamental
fundament



























