Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
functioning
01
λειτουργικός, ενεργός
operating or working as intended
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most functioning
συγκριτικός βαθμός
more functioning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The machine is now functioning properly after the repair.
Η μηχανή τώρα λειτουργεί σωστά μετά την επισκευή.
Functioning
01
λειτουργία
process or manner of functioning or operating
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
functionings
Λεξικό Δέντρο
functioning
function



























