functioning
func
ˈfʌnk
fank
tio
ʃə
shē
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "functioning"στα αγγλικά

functioning
01

λειτουργικός, ενεργός

operating or working as intended 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most functioning
συγκριτικός βαθμός
more functioning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The machine is now functioning properly after the repair. 

Η μηχανή τώρα λειτουργεί σωστά μετά την επισκευή.

01

λειτουργία

process or manner of functioning or operating 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
functionings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store