operational
o
ˌɒ
o
pe
ra
ˈreɪ
rei
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl
gestationaleducationalgradationalvariational

Ορισμός και σημασία του "operational"στα αγγλικά

operational
01

λειτουργικός, χρηστικός

functioning and ready for use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most operational
συγκριτικός βαθμός
more operational
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new software system is now fully operational. 

Το νέο λογισμικό σύστημα είναι πλέον πλήρως λειτουργικό.

02

λειτουργικός

related to the way in which a business, organization, machine, etc. functions 
Παραδείγματα
The factory will be fully operational by the end of the month, increasing the company's production capacity. 

Το εργοστάσιο θα είναι πλήρως λειτουργικό μέχρι το τέλος του μήνα, αυξάνοντας την παραγωγική ικανότητα της εταιρείας.

03

επιχειρησιακός, λειτουργικός

intended for military activities 
Παραδείγματα
The base was declared fully operational for the upcoming mission. 

Η βάση κηρύχθηκε λειτουργική για την επερχόμενη αποστολή.

Λεξικό Δέντρο

nonoperational
operationally
operational
operation
operate
oper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store