Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
operational
01
λειτουργικός, χρηστικός
functioning and ready for use
Παραδείγματα
The machinery was n't operational until the technician fixed it.
Ο μηχανισμός δεν ήταν λειτουργικός μέχρι που ο τεχνικός τον επισκεύασε.
02
λειτουργικός
related to the way in which a business, organization, machine, etc. functions
Παραδείγματα
The new software system provides real-time data to enhance operational decision-making processes.
Το νέο λογισμικό παρέχει δεδομένα σε πραγματικό χρόνο για τη βελτίωση των διαδικασιών λήψης επιχειρησιακών αποφάσεων.
03
επιχειρησιακός, λειτουργικός
intended for military activities
Παραδείγματα
The exercise tested the operational capabilities of all personnel.
Η άσκηση δοκίμασε τις επιχειρησιακές δυνατότητες όλου του προσωπικού.
Λεξικό Δέντρο
nonoperational
operationally
operational
operation
operate
oper



























