functional
Pronunciation
/ˈfʌŋkʃənəl/

Ορισμός και σημασία του "functional"στα αγγλικά

functional
01

λειτουργικός, επιχειρησιακός

capable of working or operating as intended
functional definition and meaning
Παραδείγματα
The software update fixed the bugs, making the app fully functional again.
Η ενημέρωση του λογισμικού διόρθωσε τα σφάλματα, κάνοντας την εφαρμογή πλήρως λειτουργική ξανά.
02

λειτουργικός

made for practical use, not for looks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most functional
συγκριτικός βαθμός
more functional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The design of the chair is purely functional, with no extra details.
Ο σχεδιασμός της καρέκλας είναι καθαρά λειτουργικός, χωρίς επιπλέον λεπτομέρειες.
03

λειτουργικός, λειτουργούμενος

relating to the way something operates or performs its function, rather than its physical structure or form
Παραδείγματα
The study distinguishes between structural and functional brain changes.
Η μελέτη διακρίνει μεταξύ δομικών και λειτουργικών αλλαγών στον εγκέφαλο.
04

λειτουργικός, πρακτικός

based on or relating to function, especially as opposed to structure or form
Παραδείγματα
The engineer mapped the product 's functional components.
Ο μηχανικός χαρτογράφησε τα λειτουργικά στοιχεία του προϊόντος.
05

λειτουργικός, σε λειτουργία

currently working or in use
Παραδείγματα
The phone 's camera is fully functional after the software update.
Η κάμερα του τηλεφώνου είναι πλήρως λειτουργική μετά την ενημέρωση του λογισμικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store