functional
func
ˈfʌnk
fank
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "functional"στα αγγλικά

functional
01

λειτουργικός, επιχειρησιακός

capable of working or operating as intended 
functional definition and meaning
Παραδείγματα
The old phone is still functional, even though it looks outdated. 

Το παλιό τηλέφωνο είναι ακόμα λειτουργικό, αν και φαίνεται ξεπερασμένο.

02

λειτουργικός

made for practical use, not for looks 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most functional
συγκριτικός βαθμός
more functional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The jacket is functional, with plenty of pockets for storage. 

Το σακάκι είναι λειτουργικό, με πολλές τσέπες για αποθήκευση.

03

λειτουργικός, λειτουργούμενος

relating to the way something operates or performs its function, rather than its physical structure or form 
Παραδείγματα
The doctor found a functional issue rather than a structural one. 

Ο γιατρός βρήκε ένα λειτουργικό πρόβλημα αντί για ένα δομικό.

04

λειτουργικός, πρακτικός

based on or relating to function, especially as opposed to structure or form 
Παραδείγματα
The architect adopted a functional approach to the building's layout. 

Ο αρχιτέκτονας υιοθέτησε μια λειτουργική προσέγγιση για τη διάταξη του κτιρίου.

05

λειτουργικός, σε λειτουργία

currently working or in use 
Παραδείγματα
The elevator is finally functional after weeks of repairs. 

Ο ανελκυστήρας είναι επιτέλους λειτουργικός μετά από εβδομάδες επισκευών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store