Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
functional
01
λειτουργικός, επιχειρησιακός
capable of working or operating as intended
Παραδείγματα
The old phone is still functional, even though it looks outdated.
Το παλιό τηλέφωνο είναι ακόμα λειτουργικό, αν και φαίνεται ξεπερασμένο.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most functional
συγκριτικός βαθμός
more functional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The jacket is functional, with plenty of pockets for storage.
Το σακάκι είναι λειτουργικό, με πολλές τσέπες για αποθήκευση.
03
λειτουργικός, λειτουργούμενος
relating to the way something operates or performs its function, rather than its physical structure or form
Παραδείγματα
The doctor found a functional issue rather than a structural one.
Ο γιατρός βρήκε ένα λειτουργικό πρόβλημα αντί για ένα δομικό.
04
λειτουργικός, πρακτικός
based on or relating to function, especially as opposed to structure or form
Παραδείγματα
The architect adopted a functional approach to the building's layout.
Ο αρχιτέκτονας υιοθέτησε μια λειτουργική προσέγγιση για τη διάταξη του κτιρίου.
Λεξικό Δέντρο
functionality
functionally
nonfunctional
functional
function



























