practical
prac
ˈpræk
prāk
ti
ti
cal
kəl
kēl
tacticaldidacticalsyntacticalanticlimactical

Ορισμός και σημασία του "practical"στα αγγλικά

01

πρακτικός, αποτελεσματικός

(of a method, idea, or plan) likely to be successful or effective 
practical definition and meaning
Παραδείγματα
The engineer proposed a practical solution to the problem. 

Ο μηχανικός πρότεινε μια πρακτική λύση στο πρόβλημα.

02

πρακτικός, λειτουργικός

focused on actions and real-life use, rather than on just ideas or theories 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most practical
συγκριτικός βαθμός
more practical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The course focused on practical skills such as problem-solving and decision-making. 

Το μάθημα επικεντρώθηκε σε πρακτικές δεξιότητες όπως η επίλυση προβλημάτων και η λήψη αποφάσεων.

03

πρακτικός, λειτουργικός

having a design or use that effectively serves a specific need 
Παραδείγματα
She wore practical shoes for the long hike. 

Φόρεσε πρακτικά παπούτσια για τη μεγάλη πεζοπορία.

04

πρακτικός, ρεαλιστικός

(of a person) realistic in facing different matters or problems 
Παραδείγματα
She’s very practical and always finds solutions that work in real life. 

Είναι πολύ πρακτική και βρίσκει πάντα λύσεις που λειτουργούν στην πραγματική ζωή.

Λεξικό Δέντρο

impractical
practicality
practically
practical
practice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store