fun
fun
fʌn
fan
sonruntunbun

Ορισμός και σημασία του "fun"στα αγγλικά

01

διασκέδαση, ευχαρίστηση

the feeling of enjoyment or amusement 
fun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Our trip to the zoo was full of fun and excitement. 

Το ταξίδι μας στον ζωολογικό κήπο ήταν γεμάτο διασκέδαση και ενθουσιασμό.

02

διασκέδαση, χαρά

a spirit of playfulness or light-hearted enjoyment 
Παραδείγματα
Her fun made the whole trip more memorable. 

Κάθε διασκέδαση έκανε ολόκληρο το ταξίδι πιο αξέχαστο.

01

διασκεδαστικός, ψυχαγωγικός

providing entertainment or amusement 
fun definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fun
συγκριτικός βαθμός
more fun
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fun day at the amusement park was filled with laughter and excitement. 

Η διασκεδαστική μέρα στο λούνα παρκ ήταν γεμάτη γέλια και ενθουσιασμό.

to fun
01

πειράζω, αστειεύομαι

to tease or joke with someone in a playful way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fun
γ΄ ενικό πρόσωπο
funs
ενεστώτα μετοχή
funning
απλός αόριστος
funned
παθητική μετοχή
funned
Παραδείγματα
Relax, I'm just funning you—it's not serious. 

Χαλάρωσε, απλά σε προσπαθώ—δεν είναι σοβαρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store