Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fun
01
διασκέδαση, ευχαρίστηση
the feeling of enjoyment or amusement
Παραδείγματα
We had fun at the party last night.
Διασκεδάσαμε στο πάρτι χθες το βράδυ.
Παραδείγματα
You could feel the fun in the way they teased each other.
Μπορούσες να νιώσεις τη διασκέδαση στον τρόπο που πειράζονταν ο ένας τον άλλον.
fun
Παραδείγματα
Riding roller coasters at the theme park is always a fun experience.
Λεξικό Δέντρο
funny
fun



























