Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amusement
01
ψυχαγωγία, ευχαρίστηση
a feeling we get when somebody or something is funny and exciting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The comedian's jokes brought waves of laughter and amusement to the audience.
Τα αστεία του κωμικού έφεραν κύματα γέλιου και ψυχαγωγίας στο κοινό.
02
ψυχαγωγία, διασκέδαση
an activity that is diverting and that holds the attention
Λεξικό Δέντρο
amusement
amuse



























