Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playfulness
01
παιχνίδια
activities that are enjoyable or amusing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
παιχνίδιαρης, ευθυμία
the quality or state of being lighthearted and full of playful behavior or spirit
Παραδείγματα
The puppy's playfulness made it hard for anyone to stay upset.
Η παιχνίδια του κουταβιού έκανε δύσκολο για οποιονδήποτε να παραμείνει αναστατωμένος.
03
χαρά, ευθυμία
a festive merry feeling
Λεξικό Δέντρο
playfulness
playful
play



























