Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playhouse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
playhouses
Παραδείγματα
The local playhouse is staging a production of Shakespeare's Hamlet next month.
Το τοπικό θέατρο ανεβάζει μια παραγωγή του Άμλετ του Σαίξπηρ τον επόμενο μήνα.
02
σπίτι παιχνιδιών, παιδική καλύβα
a small, usually outdoor, structure or house-like play area designed for children, often made of wood or plastic, providing a space for imaginative and creative play activities
Παραδείγματα
The children spent the afternoon in their playhouse, pretending to run a store.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμα στο σπίτι παιχνιδιών τους, προσποιούμενα ότι διευθύνουν ένα κατάστημα.
Λεξικό Δέντρο
playhouse
play
house



























