Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fun
01
διασκέδαση, ευχαρίστηση
the feeling of enjoyment or amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We had fun at the party last night.
Διασκεδάσαμε στο πάρτι χθες το βράδυ.
Παραδείγματα
You could feel the fun in the way they teased each other.
Μπορούσες να νιώσεις τη διασκέδαση στον τρόπο που πειράζονταν ο ένας τον άλλον.
fun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fun
συγκριτικός βαθμός
more fun
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Riding roller coasters at the theme park is always a fun experience.
Η βόλτα με τα τρενάκια στο θεματικό πάρκο είναι πάντα μια διασκεδαστική εμπειρία.
to fun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fun
γ΄ ενικό πρόσωπο
funs
ενεστώτα μετοχή
funning
απλός αόριστος
funned
παθητική μετοχή
funned
Παραδείγματα
She was funning about quitting, but we all knew she loved her job.
Αστειευόταν για την παραίτηση, αλλά όλοι γνωρίζαμε ότι αγαπούσε τη δουλειά της.
Λεξικό Δέντρο
funny
fun



























