Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fume
01
καπνός, ατμός
smoke or gas that has a sharp smell or is harmful if inhaled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fumes
Παραδείγματα
The factory released toxic fumes that posed a health risk to nearby residents.
Το εργοστάσιο απέλυσε τοξικούς ατμούς που αποτελούσαν κίνδυνο για την υγεία των γειτονικών κατοίκων.
to fume
01
βράζω από θυμό, θυμώνω
to be very angry, often showing signs of visible irritation
Intransitive: to fume with a negative emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fume
γ΄ ενικό πρόσωπο
fumes
ενεστώτα μετοχή
fuming
απλός αόριστος
fumed
παθητική μετοχή
fumed
Παραδείγματα
She fumed silently as she waited for her delayed flight.
Θύμωνε σιωπηλά ενώ περίμενε την καθυστερημένη πτήση της.
02
καπνίζω, εκθέτω σε καπνούς
to expose something to fumes or gases for a particular effect
Transitive: to fume sth
Παραδείγματα
The workers fumed the metal to remove impurities.
Οι εργάτες καπνίσαν το μέταλλο για να αφαιρέσουν τις ακαθαρσίες.
03
καπνίζω, εκπέμπω καπνό
to give off smoke, steam, or a gas
Intransitive
Παραδείγματα
The car fumed as it started up in the cold morning air.
Το αυτοκίνητο καπνίζει καθώς ξεκινούσε στον κρύο πρωινό αέρα.



























