fulfilled
ful
fʊl
fool
filled
ˈfɪld
fild
unskilledunfilledthrilledunwilled

Ορισμός και σημασία του "fulfilled"στα αγγλικά

01

ικανοποιημένος, γεμάτος

feeling happy and satisfied with one's life, job, etc. 
fulfilled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fulfilled
συγκριτικός βαθμός
more fulfilled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of hard work, she felt fulfilled in her career. 

Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, αισθάνθηκε ικανοποιημένη με την καριέρα της.

Λεξικό Δέντρο

unfulfilled
fulfilled
fulfill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store