Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fulfilled
01
ικανοποιημένος, γεμάτος
feeling happy and satisfied with one's life, job, etc.
Παραδείγματα
Achieving his lifelong dream of traveling the world left him feeling fulfilled and enriched.
Η επίτευξη του ισόβιου ονείρου του να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο τον άφησε να αισθάνεται ικανοποιημένος και εμπλουτισμένος.
Λεξικό Δέντρο
unfulfilled
fulfilled
fulfill



























