Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frozen
Παραδείγματα
The frozen pipes burst due to the extreme cold.
Οι παγωμένες σωλήνες έσπασαν λόγω του ακραίου κρύου.
02
κατεψυγμένο, παγωμένο
(of food) kept at a very low temperature to preserve freshness
Παραδείγματα
He defrosted the frozen meat before cooking.
Αποκατέστησε το κατεψυγμένο κρέας πριν το μαγείρεμα.
Παραδείγματα
They were frozen with fear when the lights suddenly went out.
Ήταν παγωμένοι από τον φόβο όταν τα φώτα έσβησαν ξαφνικά.
Παραδείγματα
The frozen reaction from the audience suggested they were unimpressed by the performance.
Η παγωμένη αντίδραση του κοινού υποδείκνυε ότι δεν εντυπωσιάστηκαν από την παράσταση.
05
κατεψυγμένος
(of a bank account or assets) restricted from being accessed or used, usually by legal or financial order
Παραδείγματα
Their frozen assets prevented them from making any withdrawals.
Τα κατεψυγμένα περιουσιακά τους στοιχεία τους εμπόδισαν να κάνουν αναλήψεις.
Λεξικό Δέντρο
unfrozen
frozen



























