Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forlorn
01
απελπισμένος, εγκαταλελειμμένος
feeling abandoned or hopeless
Παραδείγματα
She looked forlorn sitting by herself at the park, watching others enjoy their company.
Φαινόταν εγκαταλελειμμένη καθισμένη μόνη της στο πάρκο, παρακολουθώντας τους άλλους να απολαμβάνουν την παρέα τους.
Παραδείγματα
Despite his forlorn hope of winning the lottery, he bought a ticket every week.
Παρά την μάταιη ελπίδα του να κερδίσει το λόττο, αγόραζε ένα εισιτήριο κάθε εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
forlornly
forlornness
forlorn



























