Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foggy
01
ομιχλώδης, καταχνιασμένος
filled with fog, creating a hazy atmosphere that reduces visibility
Παραδείγματα
They decided to stay indoors because it was too foggy to play outside.
Αποφάσισαν να μείνουν μέσα γιατί ήταν πολύ ομιχλώδες για να παίξουν έξω.
02
μπερδεμένος, θολός
(of a person) confused or mentally unclear
Παραδείγματα
The medication left him foggy, unable to concentrate for long periods.
Το φάρμακο τον άφησε θολό, ανίκανο να συγκεντρωθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
03
ομιχλώδης, θαμπός
lacking clear remembrance or distinct details
Παραδείγματα
Due to the long passage of time, his memories of those days are foggy and indistinct.
Λόγω της μεγάλης πάροδου του χρόνου, οι αναμνήσεις του από εκείνες τις μέρες είναι θολές και αδιευκρίνιστες.



























