Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foggy
01
ομιχλώδης, καταχνιασμένος
filled with fog, creating a hazy atmosphere that reduces visibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
foggiest
συγκριτικός βαθμός
foggier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She loves to take pictures on foggy days.
Αγαπά να τραβάει φωτογραφίες τις ομιχλώδεις μέρες.
02
μπερδεμένος, θολός
(of a person) confused or mentally unclear
Παραδείγματα
She felt foggy after waking up early and couldn’t focus on her work.
Αισθανόταν θολή μετά το ξύπνημα νωρίς και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.
03
ομιχλώδης, θαμπός
lacking clear remembrance or distinct details
Παραδείγματα
The events of that distant summer are foggy in my memory.
Τα γεγονότα εκείνου του μακρινού καλοκαιριού είναι θαμνά στη μνήμη μου.



























