Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foist
01
επιβάλλω, εξαπατώ
to pass off something false or inferior as genuine or valuable, typically with the intent to deceive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foist
γ΄ ενικό πρόσωπο
foists
ενεστώτα μετοχή
foisting
απλός αόριστος
foisted
παθητική μετοχή
foisted
Παραδείγματα
Over the years, the con artist has foisted countless counterfeit goods onto consumers, exploiting their trust for personal gain.
Με τα χρόνια, ο απατεώνας επέβαλε αμέτρητα πλαστά προϊόντα στους καταναλωτές, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη τους για προσωπικό όφελος.



























