flock
flock
flɒk
flok
flickfrockfleck

Ορισμός και σημασία του "flock"στα αγγλικά

01

σμήνος, ομάδα

a group of birds of the same type, flying and feeding together 
flock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flocks
Παραδείγματα
With a flutter of wings, the flock of sparrows descended upon the bird feeder, chirping excitedly as they feasted. 

Με μια φτερούγισμα, το σμήνος των σπουργιτιών κατέβηκε στον ταΐστρα, τιτιβίζοντας ενθουσιασμένα καθώς γευμάτιζαν.

02

αγέλη, κοπάδι

a group of sheep, goats, or other domesticated herd animals kept together 
flock definition and meaning
Παραδείγματα
The shepherd guided his flock across the hills. 

Ο βοσκός οδήγησε την αγέλη του πάνω από τους λόφους.

03

πλήθος, ομάδα

a crowd of people, especially sharing a common characteristic or purpose 
Παραδείγματα
A flock of tourists gathered around the famous statue. 

Ένα πλήθος τουριστών συγκεντρώθηκε γύρω από το διάσημο άγαλμα.

04

ποίμνιο, κοινότητα

the members of a religious congregation under the care of a pastor 
Παραδείγματα
The pastor guided his flock through the difficult times. 

Ο πάστορας καθοδήγησε τη ποίμνη του μέσα από τις δύσκολες εποχές.

to flock
01

συγκεντρώνομαι, ρέω

to gather in a group 
Intransitive: to flock somewhere
to flock definition and meaning
Παραδείγματα
The tourists began to flock around the famous monument for photos. 

Οι τουρίστες άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από το διάσημο μνημείο για φωτογραφίες.

02

συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι

(of birds) to gather or assemble together in a group 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flock
γ΄ ενικό πρόσωπο
flocks
ενεστώτα μετοχή
flocking
απλός αόριστος
flocked
παθητική μετοχή
flocked
Παραδείγματα
The birds flocked together as the sun began to set. 

Τα πουλιά συγκεντρώθηκαν καθώς ο ήλιος άρχιζε να δύει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store