to flog
flog
flɒg
φλογκ
agogslogbloghogg

Ορισμός και σημασία του "flog"στα αγγλικά

to flog
01

μαστιγώνω, δέρνω με ραβδί

to beat someone harshly using a rod or whip 
Transitive: to flog sb
to flog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flog
γ΄ ενικό πρόσωπο
flogs
ενεστώτα μετοχή
flogging
απλός αόριστος
flogged
παθητική μετοχή
flogged
Παραδείγματα
The oppressive regime would flog dissenters in public as a warning. 

Το καταπιεστικό καθεστώς μαστίγωνε τους διαφωνούντες δημόσια ως προειδοποίηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flogger
flogging
flog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store