Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flog
01
μαστιγώνω, δέρνω με ραβδί
to beat someone harshly using a rod or whip
Transitive: to flog sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flog
γ΄ ενικό πρόσωπο
flogs
ενεστώτα μετοχή
flogging
απλός αόριστος
flogged
παθητική μετοχή
flogged
Παραδείγματα
The strict teacher warned that he would flog any student caught cheating.
Ο αυστηρός δάσκαλος προειδοποίησε ότι θα μαστίγωνε κάθε μαθητή που θα πιάνονταν να κλέβει.
Λεξικό Δέντρο
flogger
flogging
flog



























