Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flokati
01
ένα φλοκάτι, ένα είδος μακρύτριχου μοκετόυ από μαλλί
a type of shag wool rug with a long pile, traditionally made in Greece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flokatis
Παραδείγματα
She laid a soft flokati by the fireplace to make the room feel cozier.
Έβαλε ένα μαλακό φλοκάτι δίπλα στο τζάκι για να κάνει το δωμάτιο πιο ζεστό.



























