Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flinch
01
ταρακουνιέμαι, προσπαθώ να αποφύγω
to make a quick and involuntary movement in response to a surprise, pain, or fear
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flinch
γ΄ ενικό πρόσωπο
flinches
ενεστώτα μετοχή
flinching
απλός αόριστος
flinched
παθητική μετοχή
flinched
Παραδείγματα
The unexpected fireworks display caused the dog to flinch and hide under the bed.
Η απρόσμενη παρουσίαση πυροτεχνημάτων έκανε το σκύλο να ταρακουνηθεί και να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι.
Flinch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flinches
Παραδείγματα
The dog 's flinch was automatic when the vacuum cleaner started.
Η αναπήδηση του σκύλου ήταν αυτόματη όταν ξεκίνησε η ηλεκτρική σκούπα.



























