Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flinch
01
ταρακουνιέμαι, προσπαθώ να αποφύγω
to make a quick and involuntary movement in response to a surprise, pain, or fear
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flinch
γ΄ ενικό πρόσωπο
flinches
ενεστώτα μετοχή
flinching
απλός αόριστος
flinched
παθητική μετοχή
flinched
Παραδείγματα
She often flinches at sudden loud noises.
Συχνά προσπαθεί να αποφύγει ξαφνικούς δυνατούς θορύβους.
Flinch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flinches
Παραδείγματα
Her flinch was barely noticeable when the doctor touched the sensitive area.
Κάθε ανασκαλισμός ήταν μόλις αισθητός όταν ο γιατρός άγγιξε την ευαίσθητη περιοχή.



























