Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flay
01
γδέρνω, ξεφλουδίζω
to strip the skin or outer covering from a person, animal, or object, often as part of preparation or punishment
Transitive: to flay sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flay
γ΄ ενικό πρόσωπο
flays
ενεστώτα μετοχή
flaying
απλός αόριστος
flayed
παθητική μετοχή
flayed
Παραδείγματα
The hunter flayed the deer before curing the hide.
Ο κυνηγός γδάρισε το ελάφι πριν από την επεξεργασία του δέρματος.
02
κριτικάρω, ξεφλουδίζω
to criticize someone severely, often in public
Transitive: to flay sb/sth
Παραδείγματα
The critic flayed the play for its weak script and poor acting.
Ξεψυχίζω ο κριτικός κατατρόπωσε το έργο για το αδύναμο σενάριο και την κακή ηθοποιία.



























