Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fleapit
01
παραμελημένο και βρώμικο σινεμά, παραμελημένο και βρώμικο θέατρο
a neglected and dirty cinema or theater
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fleapits
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fleapit
flea
pit



























