to flee
flee
fli:
fli
devigleefleaghee

Ορισμός και σημασία του "flee"στα αγγλικά

to flee
01

φεύγω, δραπετεύω

to escape danger or from a place 
Intransitive: to flee | to flee from a place
to flee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flee
γ΄ ενικό πρόσωπο
flees
ενεστώτα μετοχή
fleeing
απλός αόριστος
fled
παθητική μετοχή
fled
Παραδείγματα
As the fire spread rapidly, residents had to flee from their apartments. 

Καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα, οι κάτοικοι έπρεπε να φύγουν από τα διαμερίσματά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fleer
flee
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store