flecked
flecked
flɛkt
flekt
deflectcorrectspeckedwrecked

Ορισμός και σημασία του "flecked"στα αγγλικά

01

στικτός, διασπαρμένος

having small, scattered spots or specks of a different color or substance 
flecked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flecked
συγκριτικός βαθμός
more flecked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her dress was flecked with tiny specks of glitter, shimmering in the light. 

Το φόρεμά της ήταν στικτό με μικρές κηλίδες γκλίτερ, λάμποντας στο φως.

Λεξικό Δέντρο

flecked
fleck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store