to flee
Pronunciation
/ˈfɫi/

Ορισμός και σημασία του "flee"στα αγγλικά

to flee
01

φεύγω, δραπετεύω

to escape danger or from a place
Intransitive: to flee | to flee from a place
to flee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flee
γ΄ ενικό πρόσωπο
flees
ενεστώτα μετοχή
fleeing
απλός αόριστος
fled
παθητική μετοχή
fled
Παραδείγματα
The frightened deer fled as a predator approached.
Ο τρομαγμένος ελάφι έφυγε καθώς πλησίαζε ένας θηρευτής.

Λεξικό Δέντρο

fleer
flee
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store