Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flee
01
φεύγω, δραπετεύω
to escape danger or from a place
Intransitive: to flee | to flee from a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flee
γ΄ ενικό πρόσωπο
flees
ενεστώτα μετοχή
fleeing
απλός αόριστος
fled
παθητική μετοχή
fled
Παραδείγματα
The frightened deer fled as a predator approached.
Ο τρομαγμένος ελάφι έφυγε καθώς πλησίαζε ένας θηρευτής.



























