Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ferociously
01
άγρια, βίαια
in a wild, brutal, or violent way, showing intense aggression or cruelty
Παραδείγματα
A pack of hyenas ferociously fought over the carcass.
Με μανία, μια αγέλη υαινών πάλεψε για το κουφάρι.
Παραδείγματα
The author ferociously defends freedom of expression in his essays.
Ο συγγραφέας υπερασπίζεται άγρια την ελευθερία της έκφρασης στα δοκίμιά του.
2.1
άγρια, έντονα
to an exceptional or intense extent
Παραδείγματα
Their toddler is ferociously independent and refuses help with anything.
Το μωρό τους είναιμ' ευθύτητα ανεξάρτητο και αρνείται βοήθεια σε οτιδήποτε.
Λεξικό Δέντρο
ferociously
ferocious



























