Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feeble
Παραδείγματα
The feeble legs of the injured deer trembled as it tried to stand up.
Τα αδύναμα πόδια του τραυματισμένου ελαφιού τρέμολαν καθώς προσπαθούσε να σηκωθεί.
02
αδύναμος, ασθενής
lacking strength or vigor
03
αδύναμος, αναποτελεσματικός
lacking in effectiveness
Παραδείγματα
She gave a feeble excuse for being late.
Έδωσε μια αδύναμη δικαιολογία για την αργοπορία της.
04
αδύναμος, αποφασιστικός
lacking the strength of character or determination to act decisively
Παραδείγματα
The feeble attempt at negotiation left both parties dissatisfied.
Η αδύναμη προσπάθεια διαπραγμάτευσης άφησε και τις δύο πλευρές δυσαρεστημένες.
Λεξικό Δέντρο
feebleness
feeble



























