amusing
Pronunciation
/əˈmjuːzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "amusing"στα αγγλικά

01

διασκεδαστικός, αστείος

providing enjoyment or laughter
amusing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amusing
συγκριτικός βαθμός
more amusing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Reading funny comics is an amusing hobby that helps relieve stress.
Η ανάγνωση αστείων κόμικς είναι ένα διασκεδαστικό χόμπι που βοηθά στην ανακούφιση από το άγχος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store